24 Ιουνίου, 2017

Εις μνημόσυνον αιώνιον…





Στις 18 Μαΐου 2017 «έφυγε» για τον ουρανό σε ηλικία 82 ετών, ο σεβαστός σε όλους μας συνταξιούχος Λυκειάρχης, καθηγητής Θεολογίας κ. Σπυρίδων Λαπατάς. Σεβαστή φυσιογνωμία, αγαπητή ανθρώπινη ύπαρξη, γεμάτη από μετριοφροσύνη, ηπιότητα, προσήνεια και φιλικότητα προς όλους ανεξαιρέτως, υπόδειγμα εκπαιδευτικού, υπηρέτησε με ζήλο την εκπαίδευση και την Εκκλησία.
Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί ζούμε την κοίμηση ενός προσφιλούς μας προσώπου με συναισθήματα χαρμολύπης, παρά τη γνώση της αιτίας της παρουσίας του θανάτου στη ζωή του ανθρώπου. Η λύπη μας πηγάζει από την συνείδηση, ότι ο θάνατος είναι το τραγικότερο γεγονός στην πορεία του κόσμου και της ανθρωπότητας. Ο πρόσκαιρος χωρισμός της ψυχής από το σώμα είναι το έσχατο από τα αδιάβλητα πάθη του ανθρώπου, που μας κληροδότησε η πτώση, η αμαρτία. Γι’ αυτό θρηνούμε οι Χριστιανοί. Διότι «φθόνω διαβόλου εισήλθε θάνατος εις τον κόσμον» (Σοφ. Σολ. 2,24) και «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται». Αισθανόμαστε όμως συνάμα χαρά για την εν Χριστώ σωτηρία, διότι μέσα στον θάνατο του Χριστού μας εγκρύπτεται η βεβαιότητα της αναστάσεως και σωτηρίας μας.
Ο Σπυρίδων Λαπατάς γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1935 στον Αετό Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας και ήταν το πρώτο παιδί από τα τέσσερα (δυο αγόρια και δυο κορίτσια) του Ιερέως Χρήστου Λαπατά και της πρεσβυτέρας Μαρίας Λαπατά, μιας αγίας γυναίκας κατά τον Μακαριστό Επίσκοπο Εδέσσης κυρό Καλλίνικο Πούλο και όχι μόνο.
Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στο Δημοτικό σχολείο Αετού, με δάσκαλο τον αδερφό του πατέρα του Επαμεινώνδα Λαπατά. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αμφιλοχίας και το 1953 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ολοκληρώνοντας την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση, υπηρέτησε ως καθηγητής της Θεολογίας τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια εκπαίδευση. Εργάσθηκε στο Γυμνάσιο Κατούνας, Αμφιλοχίας, Παραβόλας, Λουτρού ως Γυμνασιάρχης και τέλος στο 3ο Λύκειο Αγρινίου ως Διευθυντής Λυκειάρχης.
Το 1961 παντρεύτηκε την εκπαιδευτικό Μαρία Κοντόβα, κόρη του Ιερέως Σταύρου Κοντόβα και πρεσβυτέρας Σοφίας Κοντόβα, με την οποία απόκτησε δύο κόρες, τη Σοφία και τη Χριστίνα. Στοργικός πατέρας θεοφιλούς οικογενείας με την άοκνη συμπαράσταση της συζύγου του, προσέφεραν τα τέκνα τους στην διακονιά της εκπαίδευσης. Η ευλογημένη οικογένειά του μεγάλωσε με την απόκτηση τεσσάρων εγγονιών και ενός δισέγγονου.
Ως εκπαιδευτικός, αλλά και μέσα από τη διακονία του στην τοπική Εκκλησία, από το ψαλτήρι και ως ομιλητής σε σχολές γονέων και αλλού, καθώς και μέσα από τα κηρύγματα του στις λατρευτικές συνάξεις, γνώριζε τον τρόπο να διοχετεύει μέσω του λόγου του, καθαρό και ανόθευτο το περιεχόμενο της καρδιάς και το φρόνημά του, μεταδίδοντας σε όσους τον συναναστρέφονταν το μεγαλείο της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ελλάδος, κατά το πνεύμα των Πατέρων και των Ηρώων μας. Είχε φοιτήσει στο μεγάλο σχολειό των Αγίων μας!
«Πράος», αλλά και «μαχητής», νηφάλιος παιδαγωγός, αλλά και θερμουργός αγωνιστής θεολόγος, όταν το «κινδυνευόμενον καί προκείμενον» ήταν η Ορθοδοξία και η Ελληνική Πατρίδα. Γι αυτό είμαστε ευγνώμονες όλοι, διότι μας άφησε πολύτιμη παρακαταθήκη. Στην ευρύτερη περιοχή του Ξηρομέρου, αλλά και στην πόλη του Αγρινίου, η εκπαιδευτική φυσιογνωμία και το ήθος του αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση.
Αν προσέξει κανείς την ιστορία της οικογένειας του Σπυρίδων Λαπατά, θα παρατηρήσει ότι η προσφορά της στο χωριό του Αετού ήταν πολύ μεγάλη. Έδωσε στο χωριό Ιερείς˙ τον παπά-Γρηγόρη και τον παπά-Χρήστο, για ογδόντα χρόνια. Επίσης, έδωσε και δασκάλους τον Επαμεινώνδα Λαπατά και τη Μαρία Κοντόβα-Λαπατά, σύζυγο του Σπυρίδων Λαπατά, για σαράντα και πλέον χρόνια. Ιερείς, λοιπόν και δάσκαλοι από την ίδια οικογένεια! Αν δε λάβει κανείς υπ΄ όψιν του τι ήταν ο παπάς και ο δάσκαλος εκείνα τα χρόνια για το χωριό, θα καταλάβει ποια ήταν η προσφορά της οικογένειας του Σπυρίδωνα Λαπατά στους χωριανούς του. Αυτή δε η προσφορά είχε σαν ανταπόδοση ένα βαθύτατο σεβασμό και μια βαθύτατη εκτίμηση, που απολαμβάνει η οικογένειά του μέχρι σήμερα.
Εκφράζουμε τις μεγάλες μας ευχαριστίες προς το πρόσωπό του, την βαθυκάρδια ευγνωμοσύνη μας για την προσφορά του στον τόπο μας. Ο λόγος του, ήταν μάχη για την Πίστη και την Αλήθεια, αλλά και έκφραση της βαθύρριζης φιλοπατρίας του. Χριστός και Ελλάδα κυριαρχούσαν μέσα στην καρδιά του. Για τα μεγέθη αυτά αγωνίσθηκε και καθημερινά αναλώνονταν
Θα ζει στη μνήμη μας, αλλά προ πάντων στην καρδιά μας. Στο Μυστήριο των Μυστηρίων, την Θεία Ευχαριστία, θα συναντώμεθα προ του θρόνου του Αρνίου και θα «συναγωνιζώμεθα εν ταις προσευχαίς» (Ρωμ. 15,30) 

Αιωνία του η μνήμη!

Αρχιμ. Νεκτάριος Τριάντης

Η εορτή του Αγίου Βαρβάρου.

Και φέτος η Ιερά Μητρόπολις Αιτωλίας και Ακαρνανίας το διήμερο 22-23 Ιουνίου τίμησε την μνήμη του τοπικού Αγίου Βαρβάρου του Πενταπολίτου και Μυροβλήτου, με κάθε εκκλησιαστική λαμπρότητα, στον τόπο όπου ασκήτεψε και εκοιμήθη ο Άγιος, πλησίον του χωριού Τρύφος Ξηρομέρου.

Την παραμονή της εορτής Πέμπτη 22 Ιουνίου το απόγευμα, τελέσθηκε Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας και θείου κηρύγματος. Το πρωί της εορτής Παρασκευή 23 Ιουνίου τελέσθηκε Όρθρος, Πανηγυρική  Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Αρχιερατικού επιτρόπου Κατούνας Πανοσ. Αρχιμ. Νεκταρίου Τριάντη. Τον Θείο λόγο κήρυξε ο Στρατηγός εν αποστρατεία και Θεολόγος κ. Νικόλαος Λουκάς.  
Αμέσως μετά το πέρας της  Θείας Λειτουργίας ακολούθησε σύντομη λιτανευτική πομπή ως τον τάφο του Αγίου και τελέσθηκε Αρτοκλασία. Πλήθος πιστών από κάθε γεωγραφικό σημείο της Ιεράς Μητροπόλεως προσέτρεξαν και φέτος να προσκυνήσουν τον τάφο του Αγίου Βαρβάρου και να πάρουν την χάρη και την ευλογία του.








18 Ιουνίου, 2017

Πρόγραμμα Πανηγύρεως Αγίου Βαρβάρου του Πενταπολίτου.


ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ
 
Το  Εκκλησιαστικό  Συμβούλιο
του  Ιερού  Ναού  Αγίου  Νικολάου  Τρύφου
σας  προσκαλεί  στις  λατρευτικές  εκδηλώσειςπρος  τιμήν  του  Αγίου  Βαρβάρου  του  Πενταπολίτουτου  εν  Τρύφου  Ξηρομέρου  ασκήσαντος.  

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ  ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ

ΠΕΜΠΤΗ   22  Ιουνίου  και  ώρα  19:00  το  απόγευμα, θα  τελεσθείΜέγας  Πανηγυρικός Εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας και Θείου Κηρύγματος.                                                                            

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ    23  Ιουνίου   το  πρωί   θα  τελεσθεί  Πανηγυρική  Αρχιερατική Θεία  Λειτουργία Ιερουργούντος τουΣεβασμιωτάτου  Ποιμενάρχου μας Μητροπολίτου  Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. ΚΟΣΜΑ.                               Την  Παρασκευή το  απόγευμα και ώρα 19:00  θα τελεσθεί   Ιερά  Παράκληση στον Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Τρύφου.  

Εκ του Ιερού Προσκυνήματος. 
ο ταφος του Αγίου στα Λουτρα της Τρυφου.

15 Ιουνίου, 2017

Ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός και οι Πανελλήνιες Εξετάσεις...



Στη βιογραφία του μεγάλου σύγχρονου πανεπιστημιακού αγίου Λουκά του Ιατρού (1877-1961) διαβάζουμε ένα καθοριστικό στιγμιότυπο της εφηβικής του ηλικίας:
Ο άγιος αγαπούσε τη φιλολογία και ήθελε να σπουδάσει φιλόλογος. Όταν όμως συνειδητοποίησε την επείγουσα ανάγκη του φτωχού ρωσικού λαού για ιατρική υποστήριξη, άλλαξε σχέδια και αποφάσισε να σπουδάσει γιατρός. Αυτό και έκανε, και μάλιστα σε όλη του τη ζωή ήταν ανάργυρος γιατρός: όχι μόνο δεν έπαιρνε χρήματα από τους ασθενείς του (τουλάχιστον τους φτωχούς), αλλά και το μισθό του από το πανεπιστήμιο (όπου έγινε καθηγητής ιατρικής - από εκεί τον εκτόπισε το αθεϊστικό καθεστώς) διέθετε σε αγαθοεργίες.

Έγινε λοιπόν γιατρός, όχι για να "κάνει λεφτά" ή όνομα, αλλά με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει το φτωχό λαό, παρόλο που η αγαπημένη του επιστήμη ήταν άλλη. Και το σκοπό του αυτό τον διατήρησε σε όλη του τη ζωή, δεν διεφθάρη ποτέ. Και διατήρησε και την αγάπη του στο Χριστό και την Παναγία και 
διακήρυσσε αυτή την αγάπη, με ειρήνη και πραότητα φυσικά, έστω κι αν έχασε τη λαμπρή καριέρα του και συνελήφθη πολλές φορές και στάλθηκε στην εξορία κάτω από άθλιες συνθήκες. 
Και στην εξορία ακόμη, ασκούσε αφιλοκερδώς την ιατρική αποστολή του, υπέρ των συνανθρώπων του.

Νομίζω ότι δε χρειάζονται σχόλια, σε σχέση με το πώς επιλέγουμε εμείς το επάγγελμα που θα ακολουθήσουμε. Με το πώς επιλέγουμε τι θα σπουδάσουμε και με το πώς οι γονείς και οι καθηγητές κατευθύνουμε τα παιδιά μας να επιλέξουν τι θα σπουδάσουν.
Από την ανάρτηση Ο πολιτισμός της νεκροκεφαλής παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα, με σεβασμό προς όλους, με πόνο καρδιάς και χωρίς να παριστάνω τον κριτή κανενός:
Τι λείπει στα παιδιά σου και δεν τους το δίνεις ποτέ, αγαπητέ μου γονιέπατέρα και μάνα;
Ένα πράγμα λείπει: το να τους μάθεις να αγαπάνε. Έτσι τα παιδιά σου θ’ αποχτούσαν ρίζες και πίστη, έτσι θα ένιωθαν ασφάλεια και δε θα έψαχναν την αγάπη (ή υποκατάστατα της αγάπης) σε γκρίζους δρόμους.
Ξέρω εγώ ν’ αγαπώ; Ξέρω να συγχωρώ; Ξέρω ν’ ακούω; Αν δεν ξέρω, πώς θα το μάθω στα παιδιά μου; Αλλά εκείνα αυτό ζητάνε και, αν δεν το μαθαίνουν από μένα, ψάχνουν να το μάθουν από άλλους.
Ίσως είσαι από τις φωτεινές εξαιρέσεις. Εσύ ξέρεις.
Άκου λοιπόν πώς νομίζω ότι μεγαλώνεις τα παιδιά σου, πώς μεγαλώνουν τα παιδιά τους οι περισσότεροι, ίσως κι εγώ (ακόμη είναι μικρό το δικό μου, έχει καιρό):
Όταν κάνουν φίλους, τους λες: σκέψου, παιδί μου, τι σε ωφελούν οι φίλοι που έχεις. Δεν τους λες: σκέψου, παιδί μου, τι έχεις ωφελήσεις εσύ τους φίλους σου.
Όταν κάνουν σχέσεις (εννοείται το «αισθηματικές»), τους λες: τι έχει να σου προσφέρει αυτή η σχέση; Δεν τους ρωτάς: τι έχεις να προσφέρεις εσύ, παιδί μου, σ’ αυτή τη σχέση;
Για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, τους λες να διαλέξουν ένα επάγγελμα που θα τους ωφελήσει (οικονομικά και κοινωνικά). Δεν τους λες να διαλέξουν ένα επάγγελμα με σκοπό να ωφελήσουν αυτοί τους συνανθρώπους τους, τον τόπο τους, την κοινωνία.
Τους λες να είναι ανταγωνιστικοί και μαχητικοί, «δυνατοί», «σκληροί». Δεν τους λες ν’ αγαπάνε και να συγχωρούν. Και φυσικά δε θα τους πεις ποτέ να προτιμήσουν το συμφέρον κάποιου άλλου από το δικό τους, έστω κι αν ο άλλος έχει μεγαλύτερη ανάγκη ή αξίζει περισσότερο απ’ αυτά μια θέση ή κάποιο όφελος.
Πώς λοιπόν θα μάθουν ν’ αγαπούν; Πώς θα ξεδιψάσει η ψυχή τους; Πώς να μην είναι η Νεολαία της Αποκάλυψης (όταν «θα κρυώσει η αγάπη των πολλών», όπως είχε προφητέψει ο Χριστός, «κι αυτός που θ’ αντέξει μέχρι το τέλος, αυτός θα σωθεί», κατά Ματθαίον, κεφ. 14, στίχοι 12-13), η νεολαία της απελπισίας και της δυστυχίας;
Ευτυχισμένος είναι περισσότερο ο άνθρωπος που αγαπάει απ’ όσο ο άνθρωπος που τον αγαπούν.

Αυτά είχα να σου πω, αγαπητέ μου αδελφέ, αγαπητή μου αδελφή, όποια ηλικία κι αν έχεις...
Σ' ευχαριστώ που με διάβασες και σε προσκαλώ σε μια βολτίτσα στα παρακάτω:

Σύντομη βιογραφία του αγίου Λουκά του Ιατρού
«Θεραπεύοντας τον φόβο» : μια εξαιρετική κινηματογραφική ταινία γι' αυτόν
Πώς θα ήταν ο Άγιος Λουκάς ως γιατρός του Ε.Σ.Υ; 
Ιστολόγιο για τον άγιο (από εκεί η φωτο της αρχής).Ενότητα στο blog μας εδώ.
«Αγάπησα το μαρτύριο, που τόσο παράξενα καθαρίζει την ψυχή». Συγκλονιστικό αφιέρωμα, που θα ήθελα οπωσδήποτε να διαβάσετε (από εκεί η διπλανή φωτο).
Προσευχή για τις Πανελλήνιες;
Πάτερ, τι θέλει ο Θεός να γίνω στη ζωή μου;
Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός... άλλου τύπου! (επισκεφτείτε το οπωσδήποτε, παρακαλώ) 

Ο άγ. Νεκτάριος & το σύγχρονο μάνατζμεντ
Άγιος Νεκτάριος, από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια
Ο άγιος των Εξαρχείων, που δεν είχε ούτε για νοίκι...

09 Ιουνίου, 2017

Ο άνθρωπος που κουβέντιασε με τη μοναξιά, π. Θεόδωρος - Νείλος ο Ησυχαστής εν Κρήτη.



Ένα ντοκιμαντέρ που είδε στην τηλεόραση τον έφερε στα νότια ακρογιάλια της Κρήτης, στο Φαράγγι των Αγίων. Γνώρισε το τόπο, άναψε σβησμένα καντήλια, περπάτησε σε πανάρχαια μονοπάτια και δεν έφυγε ποτέ από το ερημοβούνι της Κρήτης. Αναπαύεται στην κορφή που τη δέρνουν όλοι οι καιροί κι όλοι οι άνεμοι τη ραπίζουν.

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ
Karmanor

Κατέβηκε από το πλοίο της γραμμής και κοίταξε ως πέρα τον ορίζοντα. Πρώτη φορά πατούσε τα πόδια του σε τούτον τον τόπο. Κρατούσε μόνον έναν μπόγο δεμένο με σπάγκο, όλο το βιός του χωρούσε σ' έναν μπόγο, τίποτ' άλλο δεν βάραινε το κορμί του. Το ράσο παλιό, τριμμένο, κάμποσες ξηλωμένες κλωστές πετιούνταν ατίθασες από τις ούγιες και τα μανίκια. Τα υλικά αγαθά τα είχε απαρνηθεί από καιρό. Χρόνια ζούσε σε κελιά και σε σπήλαια, είχε μάθει να μιλά με τις ερημιές.
Καθόλου δεν τον είχε κουράσει το νυχτερινό ταξίδι. Νησιώτης ήταν. Από τη Σάμο. Ήξερε από θάλασσες. Κι από στεριές. Είχε περπατήσει στα βουνά της πατρίδας του, είχε σκαρφαλώσει στις σκήτες του Άθωνα, τα πόδια του βαστούσαν ακόμη.
Ξανακοίταξε στην άλλη άκρη τ' ουρανού, δεν δυσκολεύτηκε να μαντέψει κατά πού έπεφτε ο νότος. Εκεί θα πήγαινε. Στον νότο. Σ' έναν τόπο που δεν τον ήξερε.
Μπήκε στο πρώτο ταξί, καλημέρισε με κείνο το πλατύ χαμόγελο που φώτιζε πέρα ως πέρα το πρόσωπό του. Ο ταξιτζής έβαλε μπρος τη μηχανή.
- Πού θα πάμε, παππούλη;
- Στο Φαράγγι των Αγίων.
- Σε... ποιο φαράγγι;
- Των Αγίων.
- Μήπως κάνετε λάθος; Τριάντα χρόνια κρατώ τιμόνι στα χέρια μου, χωριό με χωριό τον έχω γυρίσει τούτο τον τόπο, μα τέτοιο φαράγγι δεν έχω ξανακούσει.
Χαμογέλασε πάλι.
- Όχι, δεν κάνω λάθος. Εδώ είναι το φαράγγι που ζητώ, στο νησί σας, στον νότο. Το ξέρω, το είδα και στην τηλεόραση.

Ελάχιστες φορές είχε δει τηλεόραση τα τελευταία χρόνια, πάντα τυχαία. Όπως και πριν από τρεις-τέσσερις μέρες. Είχε βρεθεί σ' ένα κελί στο Αγιονόρος, περαστικός ήταν, κάθισε, κουβέντιασε με τους καλογέρους. Μια μικρή τηλεόραση ήταν ανοιχτή σε μιαν άκρη, ο ήχος χαμηλωμένος, κανένας δεν έβλεπε. Το μάτι του έπεσε στην οθόνη. Διάβασε τον τίτλο. ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. Άφησε τον Αγιονορίτη καλόγερο, πλησίασε, ψήλωσε τον ήχο και δεν κούνησε ρούπι μέχρι να φανούν στην οθόνη οι τίτλοι του τέλους. Κάποιος μιλούσε για το φαράγγι που κάποτε, σε καιρούς περασμένους, το περπατούσαν σεβάσμιες μορφές αναχωρητών. Λες κι άνοιγε μια κουρτίνα μπροστά του και φανερώνονταν μέσα από την αχλή του κόσμου όλα τα θαύματα· σπήλαια και ξωκλήσια, βράχια και χώματα διψασμένα, τόποι ξωτικοί κι απόκοσμοι, ασκητές κι ερημίτες - μορφές μαθημένες να μιλούν με τη σιωπή. Αναστέναξε βαθιά, σίμωσε στο παράθυρο και κοίταξε κατά τον νότο. (1) Την απόφασή του την είχε πάρει.
Ο ταξιτζής τράβηξε χειρόφρενο.
- Να ρωτήσω κάποιον συνάδελφο, εγώ δεν το ξέρω το φαράγγι που γυρεύεις, παππούλη. Μα να ξέρεις, το ταξί δεν το βάζω σε χωματόδρομους.
- Δεν πειράζει. Ας πάμε όσο πιο κοντά γίνεται. Θα περπατήσω από κει και μετά.  
- Μα δεν ξέρω προς τα πού πέφτει, σε ποια μεριά. Ξέρεις, μήπως, κανένα χωριό εκεί κοντά;
- Δεν έχει χωριά. Μόνο ένα - δυο μοναστήρια, δεν είμαι σίγουρος. Απ' ότι άκουσα το λένε και Αγιοφάραγγο.

Δυο - τρεις ώρες μετά ο παπά Θοδωρής περπατούσε στα χωματοβούνια του νότου. Είχε περάσει τον μπόγο με την πραμάτεια σ' ένα ξερόκλαδο που έμοιαζε με ραβδί, το κρατούσε στον ώμο για να μην τον κουράζει και βάδιζε γρήγορα· βιαζόταν. Μόνος σ' έναν άγνωστο τόπο, άρχισε ν' αφουγκράζεται τον σφυγμό των αιώνων, ίσως μέσα από τα άδυτα του χρόνου ν' αναδύονταν οι λιθωμένες φωνές των κεκοιμημένων, ήταν σίγουρος πως αυτές θα οδηγούσαν τα βήματά του.
Κάθε τόσο σταματούσε κι αγνάντευε, καμιά φωνή δεν μόλευε τη γαλήνη της μέρας, μόνον αγριοπούλια πετούσαν τριγύρω και κάποια βελάσματα που έρχονταν από  μακριά έφταναν στ' αυτιά του. Ξεκινούσε, σταματούσε πάλι, αγνάντευε πάλι, μελετούσε τα σημάδια, μελετούσε τον κόσμο, διάβαζε στα γυμνά βράχια τις αρχαίες γραφές. Ένας πλατύς ουρανός ανοιγόταν μπροστά του και στο βάθος, πίσω από τις χαμηλές κορφές, στραφτάλιζε μια θάλασσα που έμοιαζε ν' αχνίζει. Όχι, δεν έκανε λάθος, κάπου εκεί θα βρισκόταν ο τόπος της σιωπής, το μαρτυρούσαν οι μυρωδιές, το θυμάρι κι η φασκομηλιά κι ο σκίνος που φύτρωνε πλάι στις γέρικες ελιές, κι ο αλάδανος. Βράχια κι άλλα βράχια, κορφές κι άλλες κορφές, όλα στριμωγμένα σε λίγα στρέμματα γης, όλα τόσο κοντά, που έμοιαζε να μην χωρούν στο γήινο κόσμο και να τραβούν προς τ' αψήλου. Η βλάστηση χαμηλή, τα δέντρα μικρά, το χώμα ξερό· όλα φαίνονταν να διψούσαν πριν αρχίσει ν' ανοίγεται το φαράγγι μπροστά του.

Διψούσε κι εκείνος, κόντευε μεσημέρι πια και δεν είχε βάλει μήτε μια μπουκιά ψωμί μήτε μια στάλα νερό στο στόμα του. Ήξερε να διαβάζει τα σημάδια του τόπου. Το ψημένο χώμα μαρτυρεί ξεραΐλα, τα βούρλα φανερώνουν πως υπάρχει νερό τρεχούμενο, οι κήποι πως υπάρχουν στέρνες, πηγές και πηγάδια. Μα δεν έβλεπε τίποτα απ' αυτά. Μήτε κήπους μήτε υδρόχαρη βλάστηση. Κι όσο έβλεπε την ξέρα ν' απλώνεται σαν απειλή μπροστά του, τόσο αναγάλλιαζε. Μακάρι να είχε μιαν αγιοβάδιστη έρημο να περπατήσει, τη δίψα θα την άντεχε για μέρες. Και την πείνα θα την άντεχε.
Σταμάτησε στο πρώτο σπήλαιο που βρήκε, πίσω από κάτι κατσιασμένα χαμόκλαδα. Δηλαδή, τι σπήλαιο; Ένα κούφωμα της πέτρας ήταν, δυο βράχια το ένα πάνω στ' άλλο, μήτε τον μισό δεν χωρούσε. Αν ξάπλωνε θα περίσσευαν τα πόδια του. Απίθωσε τον μπόγο σε μιαν άκρη, άφησε το ραβδί καταγής, αφουγκράστηκε πάλι κι άκουσε τον ήχο της σιωπής ν' αντηχεί στ' αυτιά του -μελωδία εξαίσια. Δύσκολος ήταν ο τόπος, απάτητος. Το κρύο τσουχτερό.

Ο π. Θεόδωρος, από εδώ
Δυο χρόνια έμεινε ο παπά Θοδωρής στο κούφωμα του βράχου. Τις δύσκολες ημέρες του χειμώνα, όταν φυσούσε κι έβρεχε, έλουζε η βροχή τη στρωμνή του. Νερό βρήκε σ' ένα παλιό πηγάδι. Έπρεπε να περπατήσει κάμποσην ώρα για να φτάσει ως εκεί. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Κάλλιο να μοχτεί κανείς για ν' αποκτήσει τ' αγαθά παρά να τα έχει όλα μπροστά στα πόδια του. Κι εκκλησία βρήκε δίπλα στο πηγάδι. Ένα παλιό ξωκλήσι του Αγιαντώνη με τρούλο και καμάρες, χτισμένο πριν από  έξι αιώνες περίπου. Και τροφή του πήγαιναν οι άνθρωποι, παξιμάδι κι ελιές, κάποτε-κάποτε και φαΐ μαγειρεμένο. Άφηναν τα καλούδια τους σε μια πέτρα, δίπλα στο έρημο ξωκλήσι, κι έφευγαν. Δεν είχαν δυσκολευτεί να καταλάβουν πως εκεί, στον τόπο των αρχαίων ασκητών, είχε φανιστεί ένας καινούργιος ερημίτης. 
Πρώτος απ' όλους οσμίστηκε πως κάτι είχε αλλάξει σ' εκείνα τα μέρη ένας φιλέρημος καλόγερος από το κοντινό μοναστήρι. Μα δεν του μίλησε. Δεν ήξερε αν ήταν άνθρωπος ή κάποια ανάερη κι άυλη μορφή που κατέβαινε τις νύχτες στο φαράγγι. Του άφηνε σημειώματα πάνω στους βράχους και στ' αναλόγια. Κι ο παπά Θοδωρής απαντούσε με σημειώματα. Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες... 
Μέρα με τη μέρα φούντωναν οι ψίθυροι. Τον είδαν μια φορά να βαδίζει μοναχός στα παλιά μονοπάτια, τον είδαν δυο, το κουβέντιασαν στους καφενέδες. Κάποιοι τον πλησίασαν κιόλας, του μίλησαν. Ήρθαν κι άλλοι, του μίλησαν κι αυτοί. Τώρα πια δεν χρειαζόταν ν' αφήνουν πράματα πάνω στις πέτρες, τα πήγαιναν στο σπήλαιο και τ' απόθεταν σε μιαν άκρη.

Μέρα με τη μέρα ξεθάρρευαν οι άνθρωποι. Όσοι μίλησαν μαζί του είχαν να πουν πως το βλέμμα του στάλαζε φως και τα λόγια του έπεφταν σαν μπάλσαμο πάνω στις κακοφορμισμένες πληγές της ψυχής.
Μέρα με τη μέρα ξαναζωντάνευαν οι παλιές παραδόσεις. Οι γέροι άρχισαν πάλι να διηγούνται ιστορίες για αόρατους ασκητές και για μυστικές συνάξεις που γίνονταν τα λαμπρόσκολα σ' ένα μεγάλο σπήλιο, κάτω χαμηλά, κοντά στη θάλασσα. Άλλοι θυμήθηκαν τις κουβέντες των παππούδων τους που έβλεπαν, λέει, να ξεχύνεται φως ιλαρό από τα παράθυρα των έρημων εκκλησιών και κάθε μεσάνυχτα έφταναν στ' αυτιά τους μελωδίες και ύμνοι δοξαστικοί, μα κανείς δεν τολμούσε να σιμώσει. Απλές και άδολες είναι οι παραδόσεις του τόπου. Μιλούν για πράγματα χειροπιαστά κι είναι σαν να περιγράφουν το άρρητο. Ένας εξαγνισμένος κόσμος προβάλλει μέσα από το μυστήριο των περασμένων καιρών, σωρεύονται οι μνήμες, μπερδεύεται γλυκά κι ανάλαφρα ο θρύλος με την ιστορία, κάποιοι δείχνουν σημάδια μαχαιριών πάνω σε βράχους - θυσιαστήρια, άλλοι μπαινοβγαίνουν στα σπήλαια ελπίζοντας πως κάποτε θα συναντήσουν τις μνήμες τους, θα δουν με τα μάτια τους εκείνο που αντηχεί από τα χρόνια τα παιδικά στ' αυτιά τους.

Κι εκείνος πάντα εκεί. «...Eν ερημίαις πλανώμενος και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης». Πάντα με μια πρόχειρη στρωμνή κι ένα φτωχό κλινοσκέπασμα. Ρούπι δεν κουνούσε από το φαράγγι του. Σε μια σκισμάδα του βράχου είχε καρφώσει ένα ξύλο ξερό κι είχε κρεμάσει το πανωφόρι του, ένα μαύρο ρούχο που έμοιαζε με ράσο πολυκαιρισμένο. Μα όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλήθαιναν κι εκείνοι που ζητούσαν να τον δουν, να του μιλήσουν, να του προσφέρουν ό,τι μπορούσαν. Κουβέρτες και ρούχα ζεστά, λίγο λάδι για το φαΐ και τα καντήλια του Αγιαντώνη.
Κι ένα πρωί που κατηφόρισαν οι πρώτοι ταξιδιώτες στη μοναξιά του φαραγγιού βρήκαν το σπηλιάρι του άδειο. Μήτε ασκητής, μήτε στρωμνή, μήτε ράσο κρεμασμένο στη σκισμάδα του βράχου.
Απλώθηκαν πάλι οι φήμες σαν την πάχνη που πέφτει στον κάμπο και κάνει τα φύλλα να παγώνουν.
- Έφυγε ο ασκητής!
Τον ξαναείδαν ύστερα από καιρό. Όχι, δεν είχε φύγει. Είχε ανηφορίσει σε τόπον αψηλό, σε μια πλαγιά κατάντικρυ στην απέραντη θάλασσα, εκεί ένιωθε πιο κοντά στον Θεό. Πέτρα - πέτρα έχτιζε το δικό του ησυχαστήριο. Κακοτράχαλος ο τόπος, ρημαγμένα μονοπάτια, ανήφορος πολύς. Κουβαλούσε με κόπο το νερό, ανακάτευε τις λάσπες, έτσι κατάφερε να χτίσει το μοναστηράκι του Άη Λια, να χτίσει κι ένα κελάκι παραδίπλα.  

Η ιστορία του παπά Θοδωρή, του τελευταίου ασκητή του κρητικού νότου, δεν τελειώνει εδώ. Τ' αφεντικά του βουνού τον έδιωξαν από το μικρομονάστηρο του Άη Λιά. Δικός τους ήταν, λέει, ο τόπος.
Ο ερημίτης δεν μίλησε. Προτίμησε πάλι τη σιωπή. Φορτώθηκε το δισάκι με το παλιό ράσο, πήρε κι ένα κόνισμα του Άι Λια, βρέθηκε πάλι οδοιπόρος ανάμεσα στα κατσάβραχα. Είχε αφήσει πίσω τους κόπους του, σαν σημαδούρες σφηνωμένες στην αθέατη πλευρά του χρόνου. Δεν ήθελε να πικράνει κανέναν. Μήτε να αντιδικήσει με κανέναν. Περπάτησε, τράβηξε για τόπους αψηλούς. Ήξερε να διαβάζει κάθε φορά το βιβλίο της ζωής αρχίζοντας από την πρώτη σελίδα. Ήξερε ν' αφήνει πίσω το χτες σαν αποκαΐδι χωμένο στη στάχτη του ονείρου. Και να χτίζει ένα καινούργιο σήμερα πάνω στ' αποκαΐδια του χτες.
Βρήκε απόσκιο στην πιο ψηλή κορφή, στο Κεφάλι, έτσι τη λένε τη βουνοκορφή που τη δέρνουν όλοι οι καιροί κι όλοι οι άνεμοι τη ραπίζουν. Έτσι λένε τον τόπο που τον διαλέγουν κάθε χειμώνα τ' αστραπόβροντα και πέφτουν οι κεραυνοί όπως πέφτει αλλού το χαλάζι. Αυτό τ' αγριοτόπι έμελλε να μερώσει με το χαμόγελο του ασκητή. Να γίνει εσαεί τόπος δικός του.
Σαν έφτασε σταύρωσε το χώμα, άνοιξε την πόρτα μιας παλιάς εκκλησιάς, απίθωσε τα έχη του σε μια γωνιά στον δυτικό τοίχο.
- Εδώ θα μείνω, είπε.
Κι έμεινε. Την ίδια μέρα έφτασε ένας ντόπιος μ' ένα μεγάλο μεσαρίτικο καρπούζι παραμάσχαλα κι ένα καλάθι σταφύλια. Ξωπίσω του κι άλλος με νερό.

Έτυχε να βρεθώ εκείνη τη μέρα, την πρώτη, στο Κεφάλι. Καταμεσήμερο. Με δυο φίλους καλούς, τον αξέχαστο Θανάση Παλιούρα και τον Γιάννη Φρουδαράκη. Επιστρέφαμε κουρασμένοι από μιαν οδοιπορία στα φαράγγια του νότου. Μόλις μας είδε πήρε το καρπούζι στα χέρια του, το έβαλε πάνω στην τράπεζα προσφορών, πήρε κι ένα μαχαίρι κι άρχισε να κόβει μεγάλες φέτες και να μας φιλεύει. Έφερε και τα σταφύλια, όλη του την περιουσία την άπλωνε μπροστά μας, τίποτ' άλλο δεν είχε, τίποτα δεν ήθελε να κρατήσει για τον εαυτό του. Έτρωγε λίγο, πολύ λίγο, όσο τον έφτανε να κρατηθεί στη ζωή. Έπινε λίγο, κοιμόταν λίγο, μιλούσε λίγο... (Τώρα το ξέρω, παπά Θοδωρή μου, το μυστικό: Κάποιοι άνθρωποι, πλασμένοι με άγιαν ύλη, ξέρουν ν' ανακαλύπτουν το πολύ μέσα στο λίγο, στο ελάχιστο).
Ήταν Σεπτέμβρης του 2009. Αρχές του μήνα.
Μα και πάλι η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Λίγα χρόνια μετά, έναν χειμώνα βαρύ, σωριάστηκε το μικρομονάστηρο του Άη Λια, αυτό που είχε χτίσει πάνω από το φαράγγι με τα δυο του τα χέρια. Άλλοι έλεγαν πως είχαν πέσει κεραυνοί κι άλλοι πως είχαν σκάσει φουρνέλα στα θεμέλια του. Κανείς δεν έμαθε την αλήθεια. Κι ίσως να μην την μάθομε ποτέ...  Είπαμε, ο παπά Θοδωρής ο ερημίτης ήξερε να χτίζει πάνω στ' αποκαΐδια του χτες.

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ο Γέροντας Θεόδωρος αρμάτωσε καράβι και κίνησε γι' άλλους ουρανούς τη Μεγάλη Πέμπτη του 2016. Σαν ανοιξιάτικος λίβας που μαραίνει τους κήπους  απλώθηκε το μαντάτο στον κάμπο, οι ντόπιοι τον είχαν αγαπήσει - σαν σάρκα από τη σάρκα τους τον αισθάνονταν. Λίγοι μόνο, μετρημένοι στα δάκτυλα της μιας χέρας είχαν προσπαθήσει ν' ανοίξουν πληγές στην ψυχή του.
Τι ήταν, λοιπόν, για τους ανθρώπους που μεγάλωσαν με τα νάματα μιας ιερής παράδοσης ο Ερημίτης Θεόδωρος; Μάλλον ενσάρκωνε τη μετουσίωση του άυλου σε ύλη χειροπιαστή. Όλα όσα άκουγαν κι έμοιαζαν με παραμύθια τα βλέπανε μπροστά τους, ο μύθος γινόταν άνθρωπος μα κι ο άνθρωπος έπαιρνε μυθικές διαστάσεις, ξεπερνούσε τη φύση, δάμαζε τον πόνο, νικούσε την πείνα, διέλυσε τη μοναξιά, υπέτασσε το πάθος, δεν τον έσκιαζε η στέρηση. Στη γαλήνια κι ατημέλητη μορφή του έβλεπαν όλους τους ίσκιους που πλανιούνταν ανάμεσα στο απτό και το υπερούσιο, καταλάβαιναν πως οι παμπάλαιοι θρύλοι ήταν τα χνάρια που άφησε η ιστορία τυπωμένα στο λόγο.
Δάκρυσε ο νότος στο μαντάτο του. Δεν είναι που έφυγε από τη ζωή ένας άνθρωπος. Είναι που χανόταν ένα κομμάτι του κόσμου, πλασμένο με άλλη ύλη, μάλλον θεοτική. Είναι που ένας βράχος έπεσε από χτήρι χιλιόχρονο. Μην ρωτήσετε πώς το λένε τούτο το χτήρι... Ξέρετε!
Μα, και πάλι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ!

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Καλό ταξίδι, πάτερ Θεόδωρε. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη συγκίνηση που μου πρόσφερες όταν έλεγες πως η φωνή που άκουσες εκείνο τ' απόβραδο στον Αγιονόρος ήταν η δική μου φωνή. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων κι ανασκάλευα τις μνήμες που χάραξε η ιστορία στο διάβα της. Ποτέ δεν φαντάστηκα, όμως, πως κάπου μακριά θα υπήρχε κάποιος παπά Θοδωρής έτοιμος ν' ακούσει όχι την ανθρώπινη λαλιά, μα τις μυστικές φωνές που αναδύονται από τα βάθη του χρόνου και φτάνουν καθάριες κι ολοζώντανες στ' αυτιά όσων μπορούν και θέλουν να τις ακούσουν.
Όχι, παπά Θοδωρή μου, δεν σου έδειξε εκείνο το ταπεινό ντοκιμαντέρ τον δρόμο που οδηγούσε στ' ασκηταριά του Αγιοφάραγγου. Εσύ μας έδειξες, εσύ μας δίδαξες την αξία του καλού λόγου. Εσύ μας δίδαξες πως η ιστορία δεν τέλειωσε, ποτέ δεν θα τελειώσει. Πως αρκεί ένας λόγος, μια εικόνα, μια σπίθα για να φουντώσουν οι μνήμες, να ξανακαινουργιώσει ο κόσμος.
Όχι, παπά Θοδωρή μου, δεν ήρθες ξένος σε ξένο τόπο. Δικός σου ήταν, δικός σου είναι γιατί τον αγάπησες. Εσύ μας δίδαξες πως ο χρόνος μπορεί να κάνει τα χνάρια της ιστορίας να φαίνονται πιο αχνά, μα δεν τα σβήνει. Εσύ μας είπες με τον τρόπο σου πως κι οι πέτρες και τα χορταριασμένα μονοπάτια και τα δέντρα και τα σπήλαια έχουν φωνή κι είναι έτοιμα να διαλαλήσουν πως πίσω από την ύλη τη φθαρτή υπάρχει πάντα το άυλο, το άφθαρτο κι αναλλοίωτο.

ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ, Μεγάλη Παρασκευή του 2016.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ του συντάκτη: Σύμφωνα με κάποιες άλλες πληροφορίες, ο παπά Θοδωρής είχε δει το ντοκιμαντέρ έξω από το Άγιον Όρος, όπου είχε τύχει να βρεθεί εκείνο το απόγευμα...

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΟ INSTAGRAM


  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός


Έχουμε εισέλθει για τα καλά στον πολιτισμό της μετανεωτερικότητας. Το υποκειμενικό στοιχείο θριαμβεύει. Αρκεί κάποιος να ανοίξει έναν λογαριασμό στο Instagram, το μέσο κοινωνικής δικτύωσης το οποίο στις νεώτερες ηλικίες τείνει να υποκαταστήσει σε δημοφιλία ακόμη και το Facebook, και θα διαπιστώσει ότι το «εγώ και ο εαυτός μου» είναι το παν. Ίσως φτάσουμε να νοσταλγούμε την παντοδυναμία του Facebook, διότι εκεί τουλάχιστον η νεολαία ανέβαζε τραγούδια που της άρεσαν, τοπία, έκανε σύντομα ρεπορτάζ από την καθημερινότητά της. 

Στο Instagram κυριαρχεί ο ναρκισσισμός. «Θαυμάστε με»! Πόζες μοντέλων, παθητικές εκφράσεις προσώπων, και πολλές καρδιές από κάτω. Η φωτογραφία αποθέωση ενός τρόπου ζωής, ενός πολιτισμού ο οποίος διατυμπανίζει ότι δεν υπάρχει συλλογικότητα, δεν αξίζει να ασχολείται κάποιος με τους άλλους, αλλά η μόνη αλήθεια είναι το «εγώ» μας. 

Αυτό είναι και το στοιχείο-κλειδί της μετανεωτερικότητας. Δεν εμμένουμε μόνο στο δικαίωμά μας να κάνουμε ό,τι μας αρέσει. Δεν είμαστε μόνο οι ριζοσπαστικοί εικονοκλάστες των αξιών του παρελθόντος. Αυτοί που δικαιούμαστε να κρίνουμε, να απορρίψουμε, να προτείνουμε. Δεν χρειάζεται πλέον πρόταση. «Έτσι μου αρέσει». «Αυτός/αυτή είμαι». «Δεν θέλω να με πείσεις». «Δεν με ενδιαφέρουν τα επιχειρήματα». «Αξίζει μόνο η εικόνα μου». Και βέβαια αξίζουν για μένα όσοι με αποθεώνουν. Με αυτό τον τρόπο και με την υπερπροβολή στοιχείων εμπορευματοποιημένης τέχνης στην οποία ο μέτοχος θεωρεί ότι ζει την εμπειρία της, ο πολιτισμός μας υπονομεύει πλέον και τις τελευταίες σταθερές. Την οικογένεια. Το φύλο μας. Τον θεσμό του γάμου. Τον θάνατο και την αιωνιότητα. 


Διότι τι άλλο είναι η συζήτηση για τις έμφυλες ταυτότητες; Ότι η εκ φύσεως ύπαρξή μας είναι κάτι το ξεπερασμένο; Ότι η οικογένεια, η δέσμευση, η συνάντηση με τον άλλο δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα, διότι αξία έχει η αυτάρκεια τού να απολαμβάνουμε μέσω της εικονικής πραγματικότητας όχι την σχέση, αλλά την αυτοερωτικότητα διά της φαντασίας και του σώματος, αφού ο άλλος δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο στην ζωή μας, παρά μόνο ζούμε την εικόνα του;
Αλλά και ο θάνατος δεν έχει νόημα μεταφυσικό. Παράδεισος και κόλαση, Θεός και διάβολος είναι όλα ένα. Ο πολιτισμός μας τα θεωρεί στάδια καθήλωσης στο παρελθόν. Το μόνο που αξίζει στην θρησκεία είναι η εμπειρία της ατομικής συμμετοχής και μάλιστα σε εθιμικές μορφές. Η πίστη είναι ατομικό γεγονός, που δεν ενδιαφέρει την κοινότητα. 


Ίσως η νέα τάση θα είναι και η θρησκεία να είναι ένα υποκατάστατο της αντίληψης του «να περνάς καλά». Να δικαιώνεσαι. Να στηρίζεσαι από θρησκευτικούς λειτουργούς- ψυχολόγους, οι οποίοι δεν θα μιλούν και δεν θα δείχνουν τον Χριστό, διότι Αυτός δεν χρειάζεται, αλλά θα κάνουν λόγο για ωραίες έννοιες όπως αγάπη, συμφιλίωση, αλληλεγγύη, χωρίς όμως πνευματικό αγώνα, μετοχή στο σώμα της Εκκλησίας, νίκη κατά της αμαρτίας, αντιμετώπιση του κακού μέσα από την σχέση με τον Θεό. 

Το Instagram αποτελεί έναν ακόμη όπλο στην πορεία του υποκειμενικού. Αληθινό είναι ό,τι πιστεύω εγώ ότι είναι. Δεν χρειάζεται να μου το επιβεβαιώσουν οι άλλοι, η παράδοσή μας, η μελέτη, τα επιχειρήματα, οι συλλογικότητες, η Ιστορία. Μου φτάνει το μακιγιαρισμένο μου πρόσωπο. Η πόζα μου. Πίσω από αυτό όμως πάντοτε θα κρύβεται η ανάγκη νοήματος. Εκκλησία, οικογένεια, παιδεία ας αντισταθούμε στις ψευδαισθήσεις.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 7 Ιουνίου 2017

02 Ιουνίου, 2017

Κυριακή της Πεντηκοστής.

 Image result for κυριακη πεντηκοστής
Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιω. ζ΄ 37-52, η΄ 12
37 Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ  Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα  ¨Αγιον, ὅτι  Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυΐδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45  Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται. 12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ  Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

«Πνεύματος επιδημία»

Ποταμοί ανεξάντλητοι

Ο Κύριος βρίσκεται στην  Ιερουσαλήμ την τελευταία ημέρα  της  μεγάλης εορτής της  Σκηνοπηγίας.  Οι  Ιουδαίοι συμμετείχαν στην εορτή αυτή για να θυμούνται  την  πορεία των  προγόνων τους από την Αίγυπτο στη γη της Επαγγελίας. Γι’ αυτό και επί επτά ημέρες έμεναν σε σκηνές.  Την  τελευταία  και πιο  επίσημη ημέρα  της  εορτής,  έκαναν αναπαράσταση της εισόδου στη γη της Επαγγελίας.  Οι  ιερείς  έπαιρναν  νερό από  την  κολυμβήθρα  του  Σιλωάμ και προχωρούσαν  προς το Ναό ραντίζοντας το θυσιαστήριο και τα πλήθη.
Αυτή λοιπόν την τελευταία ημέρα  της εορτής,  ο  Κύριος,  παίρνοντας  αφορμή από  τις  τελετές  της  εορτής,  άρχισε  να διδάσκει με  ζωηρή φωνή  τα πλήθη λέγοντας: Εάν κανείς αισθάνεται πόθο και δίψα πνευματική, ας έρχεται σε μένα και ας πίνει. Κοντά μου θα βρει ανάπαυση ἡ ψυχή του. Από τα βάθη της ψυχής του θα τρέξουν ποταμοί αστείρευτου νερού.
Ὁ Κύριος βέβαια με τα λόγια αυτά εννοούσε το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο μετά  την  Πεντηκοστή  θα  έπαιρναν  όσοι θα πίστευαν σ’ Αυτόν. Διότι ἡ Χάρις του Αγίου Πνεύματος, που μεταδίδει νέα και θεϊκή ζωή, δεν είχε ακόμη δοθεί σε κανένα. Διότι ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθεί με το Πάθος του και την Ανάληψή του.
Γιατί  όμως ο Κύριος παρομοιάζει  το Άγιο Πνεύμα  με νερό αστείρευτο που αναβλύζει μέσα από  την ψυχή  του ανθρώπου; Διότι όταν ἡ Χάρις  του Αγίου Πνεύματος έρχεται στην ψυχή κάθε βαπτισμένου και χρισμένου πιστού, προσφέρεται  ασταμάτητα.  Αναβλύζει  διαρκώς, δεν αδειάζει ποτέ, ρέει σταθερά και ανεξάντλητα όπως το ποτάμι.
Και  ποιο  έργο  επιτελεί;  Το  Άγιο Πνεύμα ως ύδωρ  ζων  είναι ἡ αιτία  της πνευματικής μας ζωής. Ἡ Χάρις του Αγίου Πνεύματος αρχικά σαν  ένα ρεύμα ισχυρό καταρρίπτει μέσα στις ψυχές μας κάθε αντίσταση, κάθε πάθος. Καθαρίζει κάθε τι ρυπαρό και αμαρτωλό. Και ταυτόχρονα δροσίζει ως ύδωρ διαυγές και άφθονο τις ψυχές μας, τις μαλακώνει, τις ποτίζει  και  τις  καθιστά  καρποφόρες σε έργα αρετής. Εμπνέει αγαθές διαθέσεις και  ιερά συναισθήματα, και αντίστοιχες ενέργειες και πράξεις. Ενδυναμώνει την ψυχή μας ώστε να ζούμε μία αγία ζωή. Μας  μεταμορφώνει  και  μας  αναγεννά, γεμίζει το εσωτερικό μας με όλους τους δικούς της καρπούς, τους καρπούς των αρετών  και  της  αγιότητας. Και  καθιστά κι εμάς πηγές ανεξάντλητες ύδατος ζώντος προς τους συνανθρώπους μας.

Ο Χριστός, το φως του κόσμου

Μόλις  τα  πλήθη  του  λαού  άκουσαν τους  λόγους  αυτούς  του Κυρίου,  άρχισαν  να διχάζονται. Άλλοι  έλεγαν: «Αυτός είναι ο προφήτης που περιμένουμε». Άλλοι: «Αυτός είναι ο Χριστός». Κι άλλοι απορούσαν: «Είναι δυνατόν να προέλθει ο Χριστός από τη Γαλιλαία;» Οι πιο ζηλωτές ήθελαν να Τον συλλάβουν, όμως κανείς δεν τόλμησε να το κάνει, διότι μία αόρατη δύναμη τους εμπόδιζε.
Γύρισαν  λοιπόν πίσω άπρακτοι Οι υπηρέτες στους αρχιερείς και στους Φαρισαίους, και αυτοί τους ρώτησαν: «Γιατί  δεν  Τον  συλλάβατε;»  «Ποτέ  άλλοτε δεν δίδαξε κανείς με  τόση σοφία όπως αυτός ο άνθρωπος», αποκρίθηκαν εκείνοι. Τους  ξαναρώτησαν  Οι  Φαρισαίοι: «Μήπως  κι  εσείς  έχετε  πλανηθεί  από αυτόν;  Κανείς  από  τους  άρχοντες  δεν πίστεψε  σ’  αυτόν,  αλλά  μόνο  ο  καταραμένος  όχλος,  που  δεν  ξέρει  τον  νόμο!»  Τότε  διαμαρτυρήθηκε  ο  Νικόδημος: «Πώς μπορούμε να καταδικάσουμε έναν άνθρωπο, εάν δεν τον ακούσουμε πρώτα και μάθουμε τι έκανε;» Κι εκείνοι του  αποκρίθηκαν:  «Προφήτης  από  τη Γαλιλαία δεν έχει φανεί ποτέ».
Ὁ Κύριος όμως συνέχισε να κηρύττει λέγοντας:  «Εγώ  είμαι  το  φως  του  κόσμου.  Εκείνος  που  με  ακολουθεί  δεν θα περιπλανιέται ποτέ στο σκοτάδι  της αμαρτίας, αλλά θα έχει μέσα του το ζωοφόρο και πνευματικό φως».
Τι κρίμα όμως. Όλοι αυτοί Οι Ιουδαίοι είχαν δίπλα τους το φως της ζωής, και παρέμεναν στο σκοτάδι. Το φως άγγιξε τη ζωή τους, κι αυτοί Οι δύστυχοι βυθίζονταν περισσότερο στο σκοτάδι, στην άρνηση και την αντίδραση.
Τέτοια  κατάσταση  επαναλαμβάνεται πολλές  φορές  στην  ιστορία  και  ιδιαιτέρως στις μέρες μας. Πόσοι βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεχθήκαμε το φως της  πίστεως και της αλήθειας.  Ὁ Χριστός πλημμύρισε με το φως του τη ζωή μας, όταν βαπτιστήκαμε στο όνομά του. Αυτόν ντυθήκαμε τότε, για να ζήσουμε πλέον μία  φωτεινή εν Χριστώ ζωή. Και να πορευόμαστε ως τέκνα φωτός. Δυστυχώς όμως πολλοί Χριστιανοί επηρεάζονται από  την αμαρτία  και πελαγοδρομούν  μέσα  στα  σκοτάδια  του κόσμου. Ψάχνουν αλλού για φως και χάνονται στα σκοτεινά μονοπάτια  των αιρέσεων, των παραθρησκειών, των ψευδώνυμων  φιλοσοφιών  και  των  αυτοαποκαλούμενων  πνευματικών  ανθρώπων. Είναι  τραγικό να πορεύονται σαν τυφλοί  και  να  χάνουν  το  δρόμο  τους, ενώ είναι δίπλα τους ο Χριστός και τους περιμένει να τους δώσει το φως του.
Μήπως όμως  κι  εμείς  κάποτε  επηρεαζόμαστε από τα σκοτάδια του κόσμου της αμαρτίας; Ζούμε πράγματι μέσα στο φως  του Χριστού ή μάς  ελκύει  το σκοτάδι και μας ταλανίζει ἡ αμφιβολία και ἡ πλάνη;
Ας μην ξεγελιόμαστε. Ὁ Χριστός είναι το φως  του κόσμου. Και μόνον Αυτός. Ας Τον παρακαλούμε λοιπόν να φωτίζει τις σκέψεις μας, τις επιθυμίες μας, τις ενέργειές μας, τα βιώματά μας.